βαλλίον

βαλλίον
Grammatical information: n.
Meaning: `φαλλός' (Herod.).
Derivatives: From it Βαλλίων PN (Axionik.), Lat. Ballio (Pt.); Thrac. people's name Τρι-βαλλοί? (but s. Detschew, Thrak. Sprachreste 526).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin]
Etymology: If cognate with φαλλός, the word is from another language (Thraco-Phrygian?). S. Haas, Wiener Stud. (1958) 161-7. S. also Fur. 172. Here also βά(μ)βαλον `αἰδοῖον'?
Page in Frisk: 1,215

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαλλίον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συβάλλας — Α (κατά τον Ησύχ.) «ὁ καταφερὴς πρὸς τὰ ἀφροδίσια». [ΕΤΥΜΟΛ. Τ. τής καθημερινής γλώσσας τών Αρχαίων πιθ. < σῦς «χοίρος» + βάλλης (πιθ. < βαλλίον «φαλλός»), πρβλ. και τον παράλληλο τ. που παραδίδει ο Ησύχ. ὑβάλλης καταφερής, λάγνος (βλ. και… …   Dictionary of Greek

  • φαλλός — Ομοίωμα του αντρικού μορίου, που οι αρχαίοι Έλληνες το θεωρούσαν σύμβολο γονιμότητας. Το χρησιμοποιούσαν στις διονυσιακές και βακχικές πομπές, και το κατασκεύαζαν από ξύλο συκιάς, πηλό ή δέρμα. Στην αρχαία Αθήνα, μια γιορτή που είχε καθαρά… …   Dictionary of Greek

  • βαλλί' — βαλλία , βαλλίον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλίων — βάλλις plant fem gen pl (epic doric ionic aeolic) βαλλίον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • bhel-3, bhlē- —     bhel 3, bhlē     English meaning: to grow, spread, swell     Deutsche Übersetzung: “aufblasen, aufschwellen, sprudeln, strotzen”     Material: O.Ind. bhüṇ ḍ a n. “pot, pan, vessel” (*bhüln da?); after Thieme (ZDMG. 92, 47 f.) here Av.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.